όπλο

Μεταφράσεις

όπλο

Waffe, Gewehrweapon, gun, armarme, fusilarma, arma da fuocoоружие, огнестрельное оружие武器, arma, arma de fogoبُنْدُقِيَة, سِلاحzbraňskydevåben, våbenarma, pistolaaseoružje, pištolj武器, 銃무기, 총geweer, wapengevær, våpenbrońpistol, vapenปืน, อาวุธsilahsúng, vũ khí ('oplo)
ουσιαστικό ουδέτερο
1. όργανο μάχης πυρηνικό όπλο
2. μεταφορικά μέσο Πετύχαμε με μοναδικό όπλο τη θέληση.
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close