όραση

Μεταφράσεις

όραση

eyesight, vision, sightبَصَرzraksynSehkraftvistanäkökykyvuevidvista視力시력gezichtsvermogensynwzrokvisãoзрениеsynสายตาgörme yetisithị lực视力зрение ('orasi)
ουσιαστικό θηλυκό
η αίσθηση που μας επιτρέπει να βλέπουμε
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close