όρεξη

Μεταφράσεις

όρεξη

Appetitappetiteappétitchuťشَهِيَّةchuťappetitapetitoruokahaluapetitappetito食欲식욕eetlustappetittapetytapetiteаппетитaptitความอยากอาหารiştahcảm giác ngon miệng胃口, 食欲апетит ('oreksi)
ουσιαστικό θηλυκό
1. η διάθεση για φαγητό μου ανοίγειμου κόβεται η όρεξη
2. μεταφορικά η διάθεση να κάνω κτ Δεν έχω καμία όρεξη να τον δω.
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close