όρθιος

(προωθήθηκε από όρθιο)
Μεταφράσεις

όρθιος

('orθios) αρσενικό

όρθια

('orθia) θηλυκό

όρθιο

enhiestostanding, upright ('orθio) ουδέτερο
επίθετο
που δεν είναι καθιστός Μη στέκεσαι όρθιος!
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close