όριο

Μεταφράσεις

όριο

boundary, limit, quotaحَدّ, نَصِيبhranice, mez, přídělgrænse, kvoteAnteil, Grenzecuota, límitekiintiö, raja, ylärajalimite, quotagranica, kvota, ograničenjelimite, quota割当て, 境界, 限界경계, 한계, 할당량grens, limiet, quotagrense, kvotegranica, kwotalimite, cota, quotaграница, квота, пределgräns, gränslinje, kvotขอบเขต, ขีดจำกัด, ส่วนที่กำหนดให้kota, sınırchỉ tiêu, giới hạn, ranh giới边界, 配额, 限度граница ('orio)
ουσιαστικό ουδέτερο
1. σύνορο τα όρια μιας χώρας
2. η ανώτερη και η κατώτερη επιτρεπτή τιμή το όριο ταχύτηταςηλικίας
3. μεταφορικά φραγμός βάζω όριο σε κπ (ενθουσιασμός) χωρίς όρια
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close