όσφρηση

Μεταφράσεις

όσφρηση

odoratnose ('osfrisi)
ουσιαστικό θηλυκό
η αίσθηση που μας επιτρέπει να μυρίζουμε
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close