όταν

Μεταφράσεις

όταν

when, as, if, whilequand, après que, lorsque, siعَنْدَماkdyžnårwenncuandokunkadaquando・・・する時は...인 때wanneernårkiedyquandoкогдаเมื่อหรือขณะที่ne zamankhi在...的时候 ('otan)
σύνδεσμος
1. δηλώνει χρονική στιγμή Όταν έρθεις, θα πάμε βόλτα. Όταν φύγεις, κλείσε το φως.
2. δηλώνει προϋπόθεση Όταν συγυρίσεις το δωμάτιό σου, θα βγούμε.
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close