ύποπτος

(προωθήθηκε από ύποπτη)
Μεταφράσεις

ύποπτος

('ipoptos) αρσενικό

ύποπτη

('ipopti) θηλυκό

ύποπτο

suspect, suspicious, shadyمُشْتَبَهٌ بِهِpodezřelýmistænktVerdächtigersospechosoepäiltysuspectosumnjičenisospetto容疑者용의자verdachtemistenktpodejrzanysuspeitoподозреваемыйmisstänktผู้ต้องสงสัยzanlıngười bị tình nghi嫌疑犯החשוד ('ipopto) ουδέτερο
επίθετο
που προκαλεί υποψίες ύποπτος φόνου ύποπτες κινήσεις
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close