ύπουλος

(προωθήθηκε από ύπουλο)
Μεταφράσεις

ύπουλος

('ipulos) αρσενικό

ύπουλη

('ipuli) θηλυκό

ύπουλο

insidious, devious, furtive, sly, trickyمُعَقَّدobtížnývanskeligkniffligpeliagudohankaladifficilenezgodancomplesso油断のならない애매한lastigvanskeligpodstępnycomplicadoхитрыйknepigยากdolambaçlıkhó khăn棘手的 ('ipulo) ουδέτερο
επίθετο
1. πονηρός, δόλιος ύπουλος άνθρωπος
2. που γίνεται με δόλο, με πονηριά ύπουλη τακτική
3. που εμφανίζεται απροειδοποίητα ύπουλη αρρώστια
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close