ύφεση

Μεταφράσεις

ύφεση

recession, flat, depression, detente, remissionmalrapidiĝorécessionركودreceselavkonjunkturRezessionrecesiónlamakausirecesijarecessione景気後退불경기recessietilbakegangrecesjarecessãoспад, рецессияlågkonjunkturการตกต่ำทางเศรษฐกิจdurgunluktình trạng suy thoái衰退, 经济衰退經濟衰退рецесия ('ifesi)
ουσιαστικό θηλυκό
1. η μείωση της έντασης μιας κατάστασης ο φόβος οικονομικής ύφεσης Είναι σε ύφεση οι πωλήσεις των CD.
2. μουσική σημείο αλλαγής μουσικού τόνου παίζω ένα ρε ύφεση
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close