ώρα

Μεταφράσεις

ώρα

hodina, dobaStunde, Uhr, Uhrzeithour, time, o’clock, sessionhoratunti, aikaheureóratímihorauur, tijdtime, tidgodzinahora, tempotimme, klockansaatгодинаسَاعَةٌ, وَقْتklokken, timesat, vrijemeora一時間, 時刻시간час, времяเวลา, ชั่วโมงgiờ小时, 时间 ('ora)
ουσιαστικό θηλυκό
1. χρονική διάρκεια ίση με το 1/24 της ημέρας Μας μένουν ακόμη τρεις ώρες δουλειάς. Τι ώρα είναι; μισή ώρα μιάμιση ώρα Πληρώνομαι με την ώρα. είμαι στην ώρα μου
2. ο χρόνος Έχεις λίγη ώρα;
μεταφορικά χαζεύω
3. η στιγμή Ώρα για μπάνιο! από ώρα σε ώρα δεν είναι ώρα γιανα
είναι η λάθος στιγμή για κτ
4. ειδική περίσταση για ώρα ανάγκης
Ώρα 
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close