| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 1.774.303.809 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
|
κάνω |
0,02 sec. |
|
κάνω machen, tun cost, do, make, be, commit, render hacer faire fare يَفْعل udělat gøre tehdä učiniti ・・・をする (...을) 하다 doen gjøre zrobić fazer делать göra ทำ yapmak làm 做 ρ μετβ κάνω ['kano] 1 φτιάχνω fabriquerconstruire κάνω έναν πύργο construire un château 2 ετοιμάζω, φτιάχνω fairepréparer κάνω τις βαλίτσες μου faire ses valises 6 φέρω ευθύνη για κπ πράξη faire κάνω ληστεία cambrioler 9 προξενώ faire κάνω θόρυβο faire du bruit 10 δημιουργώ construirebâtir κάνω περιουσία faire fortune 13 θέλω να φαίνομαι faire κάνω τον έξυπνο faire le malin 15 μαθαίνω être informé/-éeêtre au courant Έκανα χρόνια/καιρό να τον δω. δηλώνει διάρκεια Je ne l'ai pas vu pendant des années/depuis longtemps. κάνω ένα αστείο/μια φάρσα αστειεύομαι faire une plaisanterie/une blague κάνω παρέα με κπ βλέπω κπ συχνά fréquenter qqn Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ | Συνεργαστείτε με εμάς |
|---|