| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 1.775.338.175 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
|
ανάλογος |
0,01 sec. |
|
ανάλογος analogous, proportionate επίθ α / θ / ουδ ανάλογος, ανάλογη, ανάλογο [a'naloɣos, a'naloʝι, a'naloɣο] 1 αντίστοιχος με proportionnel/-elleéquivalent/-ente έξοδα ανάλογα με έσοδα revenus proportionnels aux dépenses ανάλογα ποσά με des sommes proportionnelles à επίρρ ανάλογα, αναλόγως [a'naloɣa, ana'loɣos] με τον αντίστοιχο τρόπο en conséquenceselonen fonction (de) φέρομαι αναλόγως se comporter en conséquence ντύνομαι ανάλογα με την περίσταση s'habiller selon les circonstances ανάλογα με το διαθέσιμο χρόνο en fonction du temps disponible Ανάλογα./Αναλόγως. εξαρτάται Ça dépend./C'est selon. Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ | Συνεργαστείτε με εμάς |
|---|