| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 1.773.452.662 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
|
βωμός |
0,02 sec. |
|
βωμός Altar Oltář, oltář Alteret, alter Altar altar, Ara Altaro Ara, altar Alttari, alttari autel Oltar, oltar Oltár Ara Altare, altare さいだん座, 祭壇 제단자리, 제단 Ara Aukuras Altaar, altaar Ołtarz, ołtarz Ara, altar Жертвенник, алтарь Oltár Altaret, altare กลุ่มดาวแท่นบูชา, แท่นบูชา Ara, sunak Жертовник 天坛座, 祭坛 مذبح الكنيسة alter bàn thờ ουσ α βωμός [vo'mos] κατασκευή για θυσίες autel Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ | Συνεργαστείτε με εμάς |
|---|