Printer Friendly
Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary
1.771.729.986 επισκέπτες που εξυπηρετούνται.
forum mailing list For webmasters
?
New: Language forums
English
Dictionary
Español
Spanish
Dictionary
Deutsch
German
Dictionary
Français
French
Dictionary
Italiano
Italian
Dictionary
العربية
Arabic
Dictionary
中文简体
Chinese Simplified
Dictionary
Polski
Polish
Dictionary
Português
Portuguese
Dictionary
Nederlands
Dutch
Dictionary
Norsk
Norwegian
Dictionary
Ελληνική
Greek
Dictionary
Русский
Russian
Dictionary
Türkçe
Turkish
Dictionary
?

Γερανός

0,02 sec.
Γερανός Grua Jeřáb, jeřáb Tranen, kran, trane Kran, Kranich crane, Grus Gruo Grus, grúa, grulla Kurki, kurki, nostokurki Grue, grue עגורן daru Gru, gru つる座, 鶴, クレーン, ツル 두루미자리, 기중기, 두루미 Grus Gervė kraan, Kraanvogel, hijskraan, kraanvogel Żuraw, dźwig, żuraw grou, Grus, garça, guindaste Журавль, журавль, кран Žeriav žerjav Tranan, lyftkran, trana กลุ่มดาวนกกระเรียน, นกระสา, ปั้นจั่นยกของหนัก Grus, turna, vinç 天鹤座, 起重机, رافعة, وِنْش dizalica, ždral kran, trane cần cẩu, con sếu
ουσ α γερανός [ʝera'nos]
1 μεγάλο πουλί με μακριά πόδια grue
Ο γερανός κινδυνεύει να εξαφανιστεί. La grue est en voie de disparition.
2 μηχάνημα για τη μεταφορά υλικών grue
Μετέφεραν το αυτοκίνητο με γερανό. On a déplacé la voiture avec une grue.


Προσθήκη στο iGoogle
Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας

?Σελίδα με εργαλεία
Φιλικό προς τον εκτυπωτή
Παράθεμα - Σύνδεσμος
Μήνυμα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου
Ανάδραση
 Πλοηγός λέξεων:
?

Αποποίηση ευθυνών | Πολιτική Απορρήτου | Ανάδραση | Copyright © 2009 Farlex, Inc.
Ολόκληρο το περιεχόμενο της ιστοσελίδας αυτής, συμπεριλαμβανομένου του λεξικού, του θησαυρού, της λογοτεχνίας, της γεωγραφίας και άλλων στοιχείων αναφοράς, υπάρχει μόνο για πληροφοριακούς λόγους μόνο. Οι πληροφορίες αυτές δεν θα πρέπει να θεωρούνται πλήρεις, ενημερωμένες, και δεν έχουν ως στόχο να χρησιμοποιηθούν στη θέση επίσκεψης, σύσκεψης, ή συμβουλής από κάποιον δικηγόρο, ιατρό ή οποιονδήποτε άλλο επαγγελματία. Όροι χρήσης.