| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 1.774.320.087 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
|
αμνηστία |
0,02 sec. |
|
αμνηστία amnesty amnestio amnéstie, amnistie ουσ θ αμνηστία [amni'stia] απαλλαγή από κπ ποινή amnistieΔιεθνής Αμνηστία οργανισμός για τα ανθρώπινα δικαιώματα Amnistie Internationale Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ | Συνεργαστείτε με εμάς |
|---|