| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 1.775.595.681 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
|
Κα |
0,01 sec. |
|
Κα Fr., Frau السيدة, مللي ثانية paní, paní nebo slečna frk., fru Mrs, Mrs., Ms, Ms. Sra. rouva Melle, Mme gospođa, titula za žensku osobu koja ne određuje bračni status signora 既婚女性の名字の前に付ける敬称, 未婚・既婚にかかわらず、女性に対する敬称 ...씨(여성), ...여사 Mej, Mw frk, fru Pani, panna Sra. госпожа fr, fru ตัวย่อรวมของคำที่ใช้เรียกหญิงที่แต่งงานและไม่ได้แต่งงาน, นาง Bayan Bà 夫人, 女士 ουσ θ κα (μ), παρντίνα [kabar'dina] είδος αδιάβροχου gabardine; imperméable Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ | Συνεργαστείτε με εμάς |
|---|