Printer Friendly
Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary
1.724.276.762 επισκέπτες που εξυπηρετούνται.
forum mailing list For webmasters
?
New: Language forums
English
Dictionary
Español
Spanish
Dictionary
Deutsch
German
Dictionary
Français
French
Dictionary
Italiano
Italian
Dictionary
العربية
Arabic
Dictionary
中文简体
Chinese Simplified
Dictionary
Polski
Polish
Dictionary
Português
Portuguese
Dictionary
Nederlands
Dutch
Dictionary
Norsk
Norwegian
Dictionary
Ελληνική
Greek
Dictionary
Русский
Russian
Dictionary
Türkçe
Turkish
Dictionary
?

Νορβηγός

0,02 sec.
Νορβηγός Norwegian
Νορβηγός Norvégien
Νορβηγός نرويجي
Νορβηγός Nor
Νορβηγός nordmand
Νορβηγός Norweger
Νορβηγός noruego
Νορβηγός norjalainen
Νορβηγός Norvežanin
Νορβηγός norvegese
Νορβηγός ノルウェー人
Νορβηγός 노르웨이 사람
Νορβηγός Noor
Νορβηγός nordmann
Νορβηγός Norweg
Νορβηγός norueguês
Νορβηγός норвежец
Νορβηγός norrman
Νορβηγός ชาวนอร์เวย์
Νορβηγός Norveçli
Νορβηγός người Na-uy
Νορβηγός 挪威人


Προσθήκη στο iGoogle
Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας

?Σελίδα με εργαλεία
Φιλικό προς τον εκτυπωτή
Παράθεμα - Σύνδεσμος
Μήνυμα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου
Ανάδραση
 Πλοηγός λέξεων:
?

Αποποίηση ευθυνών | Πολιτική Απορρήτου | Ανάδραση | Copyright © 2009 Farlex, Inc.
Ολόκληρο το περιεχόμενο της ιστοσελίδας αυτής, συμπεριλαμβανομένου του λεξικού, του θησαυρού, της λογοτεχνίας, της γεωγραφίας και άλλων στοιχείων αναφοράς, υπάρχει μόνο για πληροφοριακούς λόγους μόνο. Οι πληροφορίες αυτές δεν θα πρέπει να θεωρούνται πλήρεις, ενημερωμένες, και δεν έχουν ως στόχο να χρησιμοποιηθούν στη θέση επίσκεψης, σύσκεψης, ή συμβουλής από κάποιον δικηγόρο, ιατρό ή οποιονδήποτε άλλο επαγγελματία. Όροι χρήσης.