| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 1.775.526.647 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
|
ακουστικός |
0,43 sec. |
|
ακουστικός acoustic, auditory, audio, aural acoustique سَمعي akustický akustisk akustisch acústico akustinen akustičan acustico 聴覚の 소리의 akoestisch akustisk akustyczny acústico акустический akustisk ซึ่งเกี่ยวข้องกับเสียง akustik thuộc âm thanh 声学的 επίθ α / θ / ουδ ακουστικός, ακουστική, ακουστικό [akusti'kos, akusti'ci, akusti'ko] Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ | Συνεργαστείτε με εμάς |
|---|