Printer Friendly
Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary
1.772.751.705 επισκέπτες που εξυπηρετούνται.
forum mailing list For webmasters
?
New: Language forums
English
Dictionary
Español
Spanish
Dictionary
Deutsch
German
Dictionary
Français
French
Dictionary
Italiano
Italian
Dictionary
العربية
Arabic
Dictionary
中文简体
Chinese Simplified
Dictionary
Polski
Polish
Dictionary
Português
Portuguese
Dictionary
Nederlands
Dutch
Dictionary
Norsk
Norwegian
Dictionary
Ελληνική
Greek
Dictionary
Русский
Russian
Dictionary
Türkçe
Turkish
Dictionary
?

Τράπεζα

0,02 sec.
Τράπεζα Mensa Taula Tabulová hora, banka Taffelbjerget, bank Bank, Tafelberg bank, Mensa banco, Mensa, mesa pankki, Pöytävuori banque, Table Stol, banka Táblahegy Borðið banca, Mensa テーブルさん座, 銀行 테이블산자리, 은행 Mensa bankas, Stalkalnis bank, Tafelberg Góra Stołowa, bank banco, Mensa банк, Столовая Гора Taffelberget, bank กลุ่มดาวภูเขา, ธนาคาร Mensa, banka 山案座, 银行 بنك bank ngân hàng
ουσ θ τράπεζα ['trapeza]
1 οργανισμός που διαχειρίζεται χρήματα banque
λογαριασμός τράπεζας un compte bancaire
Έχω λίγα χρήματα στην τράπεζα. J'ai peu d'argent à la banque.
2 χώρος όπου φυλάσσεται και συντηρείται κτ banque
η τράπεζα αίματος la banque du sang


Προσθήκη στο iGoogle
Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας

?Σελίδα με εργαλεία
Φιλικό προς τον εκτυπωτή
Παράθεμα - Σύνδεσμος
Μήνυμα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου
Ανάδραση
 Πλοηγός λέξεων:
?

Αποποίηση ευθυνών | Πολιτική Απορρήτου | Ανάδραση | Copyright © 2009 Farlex, Inc.
Ολόκληρο το περιεχόμενο της ιστοσελίδας αυτής, συμπεριλαμβανομένου του λεξικού, του θησαυρού, της λογοτεχνίας, της γεωγραφίας και άλλων στοιχείων αναφοράς, υπάρχει μόνο για πληροφοριακούς λόγους μόνο. Οι πληροφορίες αυτές δεν θα πρέπει να θεωρούνται πλήρεις, ενημερωμένες, και δεν έχουν ως στόχο να χρησιμοποιηθούν στη θέση επίσκεψης, σύσκεψης, ή συμβουλής από κάποιον δικηγόρο, ιατρό ή οποιονδήποτε άλλο επαγγελματία. Όροι χρήσης.