| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 1.774.157.671 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
|
γλιτώνω |
0,03 sec. |
|
γλιτώνω ρ μετβ γλιτώνω [ɣli'tono] 1 κάνω κπ να αποφύγει ένα κακό éviterdébarrasser ρ αμετβ γλιτώνω σώζομαι, απαλλάσσομαι se débarrasser Γλίτωσα από δαύτον! Je me suis débarrassé de lui ! Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ | Συνεργαστείτε με εμάς |
|---|