άβολα

Μεταφράσεις

άβολα

('avola)
επίρρημα
1. χωρίς άνεση κάθομαι άβολα
2. δύσκολα, αμήχανα αισθάνομαι άβολα
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close