άβολος

(προωθήθηκε από άβολη)
Μεταφράσεις

άβολος

('avolos) αρσενικό

άβολη

('avoli) θηλυκό

άβολο

uncomfortable, inconvenientinconfortable, incommodeغَيْرُ مُرِيح, غَيْرُ مُلائِمٌnesvůj, obtížnýubehagelig, ubelejligunbequem, ungelegenincómodo, inconvenienteepämukava, hankalaneudoban, nezgodanscomodo不便な, 心地よくない불편한oncomfortabel, storendubekvem, ubeleiligniewygodnydesconfortável, inconvenienteнеудобныйbesvärlig, obekvämไม่สะดวก, ไม่สะดวกสบายrahatsızbất tiện, không thoải mái不方便的, 不舒服的 ('avolo) ουδέτερο
επίθετο
1. που δεν προσφέρει άνεση άβολη πολυθρόνα άβολη στάση
2. δυσάρεστος, δύσκολος άβολη κατάσταση
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close