άβουλος

Μεταφράσεις

άβουλος

('avulos) αρσενικό

άβουλη

('avuli) θηλυκό

άβουλο

('avulo) ουδέτερο
επίθετο
παθητικός άβουλο ον άβουλη συμπεριφορά
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close