| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 1.774.294.039 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
|
άγαμος |
0,02 sec. |
|
άγαμος single célibataire επίθ α / θ / ουδ άγαμος, άγαμη, άγαμο ['aɣamos, 'aɣami, 'aɣamo] ανύπαντρος non marié/-éecélibataire ανύπαντρος άντρας un homme célibataire Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ | Συνεργαστείτε με εμάς |
|---|