άγαρμπος

(προωθήθηκε από άγαρμπο)
Μεταφράσεις

άγαρμπος

('aɣarbos) αρσενικό

άγαρμπη

('aɣarbi) θηλυκό

άγαρμπο

awkward, clumsymaladroit ('aɣarbo) ουδέτερο
επίθετο
1. αδέξιος, άχαρος άγαρμπη κίνηση
2. άχαρος άχαρη ηλικία
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close