άγευστος

(προωθήθηκε από άγευστη)
Μεταφράσεις

άγευστος

('aʝefstos) αρσενικό

άγευστη

('aʝefsti) θηλυκό

άγευστο

tasteless, insipidfade, saveur ('aʝefsto) ουδέτερο
επίθετο
που δεν έχει γεύση άγευστη σούπα
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close