άγιος

(προωθήθηκε από άγιο)
Μεταφράσεις

άγιος

('aʝios) αρσενικό

άγια αγία

( 'aʝia a'ʝia ) prononciation is missing

άγιο

('aʝio) ουδέτερο
επίθετο
1. ιερός η Αγία Αικατερίνη
η Παλαιά και η Καινή Διαθήκη
2. μεταφορικά πολύ καλός και ηθικός άνθρωπος Eίναι άγιος άνθρωπος.

άγιος

αρσενικό

αγία

saint, saintly, holysanktasantosaint, sacrésantoświętysfântсвятойقِدِّيس, مُقَدَّسٌsvatý, světechelgen, helligheilig, Heiligerpyhä, pyhimyssvet, svetac神聖な, 聖人성인, 신성한heilig, heiligehelgen, helligsagrado, santohelgon, heligเป็นที่เคารพบูชา, นักบุญaziz, kutsallinh thiêng, vị thánh圣人, 神圣的, סנט θηλυκό
ουσιαστικό
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close