Printer Friendly
Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary
1.775.217.041 επισκέπτες που εξυπηρετούνται.
forum mailing list For webmasters
?
New: Language forums
English
Dictionary
Español
Spanish
Dictionary
Deutsch
German
Dictionary
Français
French
Dictionary
Italiano
Italian
Dictionary
العربية
Arabic
Dictionary
中文简体
Chinese Simplified
Dictionary
Polski
Polish
Dictionary
Português
Portuguese
Dictionary
Nederlands
Dutch
Dictionary
Norsk
Norwegian
Dictionary
Ελληνική
Greek
Dictionary
Русский
Russian
Dictionary
Türkçe
Turkish
Dictionary
?

άγνωστος
(προωθήθηκε από άγνωστο)

0,02 sec.
άγνωστος stranger, unknown, undisclosed inconnu غير معروف neznámý ukendt unbekannt desconocido tuntematon neznan sconosciuto 未知の 알려지지 않은 onbekend ukjent nieznany desconhecido неизвестный okänd ไม่มีใครรู้จัก bilinmez không được biết 不知道的
επίθ α / θ / ουδ άγνωστος, άγνωστη, άγνωστο ['aɣnostos, 'aɣnosti, 'aɣnosto]
που δεν τον ξέρει κανείς inconnu/-ue
άγνωστη διεύθυνση une adresse inconnue
ουσ α / θ άγνωστος, άγνωστη
ξένος étranger/-ère
Ένας άγνωστος σε ζήτησε. Un inconnu voulait te voir.
Είναι ευγενικός μπροστά σε αγνώστους. Il est poli devant les étrangers.
ουσ ουδ άγνωστο πλήρης άγνοια inconnu
o φόβος του άγνωστου la peur de l'inconnu


Προσθήκη στο iGoogle
Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας

?Σελίδα με εργαλεία
Φιλικό προς τον εκτυπωτή
Παράθεμα - Σύνδεσμος
Μήνυμα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου
Ανάδραση
 Πλοηγός λέξεων:
?

Αποποίηση ευθυνών | Πολιτική Απορρήτου | Ανάδραση | Copyright © 2009 Farlex, Inc.
Ολόκληρο το περιεχόμενο της ιστοσελίδας αυτής, συμπεριλαμβανομένου του λεξικού, του θησαυρού, της λογοτεχνίας, της γεωγραφίας και άλλων στοιχείων αναφοράς, υπάρχει μόνο για πληροφοριακούς λόγους μόνο. Οι πληροφορίες αυτές δεν θα πρέπει να θεωρούνται πλήρεις, ενημερωμένες, και δεν έχουν ως στόχο να χρησιμοποιηθούν στη θέση επίσκεψης, σύσκεψης, ή συμβουλής από κάποιον δικηγόρο, ιατρό ή οποιονδήποτε άλλο επαγγελματία. Όροι χρήσης.