άγονος

(προωθήθηκε από άγονη)
Μεταφράσεις

άγονος

('aɣonos) αρσενικό

άγονη

('aɣoni) θηλυκό

άγονο

infertile, barren, fruitless, jejune, sterilearide, infécond, infertileonvruchtbaaráridoбесплодный ('aɣono) ουδέτερο
επίθετο
1. που δεν είναι εύφορος άγονη γη
2. μεταφορικά που δε φέρνει αποτελέσματα άγονες προσπάθειες
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close