άγουρος

(προωθήθηκε από άγουρο)
Μεταφράσεις

άγουρος

('aɣuros) αρσενικό

άγουρη

('aɣuri) θηλυκό

άγουρο

green, immature, unripeprématuré ('aɣuro) ουδέτερο
επίθετο
που δεν είναι ώριμος άγουρο φρούτο άγουρη μπανάνα
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close