Printer Friendly
Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary
1.725.679.822 επισκέπτες που εξυπηρετούνται.
forum mailing list For webmasters
?
New: Language forums
English
Dictionary
Español
Spanish
Dictionary
Deutsch
German
Dictionary
Français
French
Dictionary
Italiano
Italian
Dictionary
العربية
Arabic
Dictionary
中文简体
Chinese Simplified
Dictionary
Polski
Polish
Dictionary
Português
Portuguese
Dictionary
Nederlands
Dutch
Dictionary
Norsk
Norwegian
Dictionary
Ελληνική
Greek
Dictionary
Русский
Russian
Dictionary
Türkçe
Turkish
Dictionary
?

άγριος

0,02 sec.
άγριος wild, heftig wild, animal, mean, ferocious, fierce, harsh, savage, truculent sauvage, féroce sălbatic divlji salvaje, fiero بري, مفترس divoký, vzteklý bidsk, vild hurja, villi divlji feroce, selvaggio 凶暴な, 野生の 난폭한, 야생의 wild, woest heftig, vill dziki feroz, selvagem дикий, свирепый våldsam, vild ไม่เชื่อง, ดุร้าย azgın, yabani dữ tợn, hoang dã 凶猛的, 野性的
επίθ α / θ / ουδ άγριος, άγρια, άγριo ['aɣrios, 'aɣria, 'aɣrio]
1 που δεν είναι ήμερος sauvage
άγριο ζώο bête férocefauve
2 που δεν καλλιεργείται aride
άγρια γη une terre aride
3 απειλητικός redoutableeffrayant
κοιτάζω με άγριο ύφοςβλέμμα regarder d'un air redoutable


Προσθήκη στο iGoogle
Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας

?Σελίδα με εργαλεία
Φιλικό προς τον εκτυπωτή
Παράθεμα - Σύνδεσμος
Μήνυμα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου
Ανάδραση
 Πλοηγός λέξεων:
?

Αποποίηση ευθυνών | Πολιτική Απορρήτου | Ανάδραση | Copyright © 2009 Farlex, Inc.
Ολόκληρο το περιεχόμενο της ιστοσελίδας αυτής, συμπεριλαμβανομένου του λεξικού, του θησαυρού, της λογοτεχνίας, της γεωγραφίας και άλλων στοιχείων αναφοράς, υπάρχει μόνο για πληροφοριακούς λόγους μόνο. Οι πληροφορίες αυτές δεν θα πρέπει να θεωρούνται πλήρεις, ενημερωμένες, και δεν έχουν ως στόχο να χρησιμοποιηθούν στη θέση επίσκεψης, σύσκεψης, ή συμβουλής από κάποιον δικηγόρο, ιατρό ή οποιονδήποτε άλλο επαγγελματία. Όροι χρήσης.