άδεια

Μεταφράσεις

άδεια

permission, leave, license, permit, furlough, licencepermis, autorisation, congé, permission, licence, permettreהיתר, חופשהpermisLizenz, Beurlaubung, Erlaubnisscheinإجَازَةٌ, تَصْرِيحٌ, رُخْصَةٌdovolená, povoleníorlov, tilladelselicencia, permisoloma, lupa, lupakirjadopust, dozvola, propusnicalicenza, permesso免許, 許可, 許可証면허, 허가증, 휴가vergunning, verlofpermisjon, tillatelselicencja, pozwolenieautorização, licença, permissãoпозволение, пропуск, разрешениеledighet, licens, tillståndใบอนุญาต, การลาหยุดehliyet, izin, izin vermekgiấy phép, nghỉ phép执照, 请假, 通行证 ('aðia)
ουσιαστικό θηλυκό
1. έγκριση ζητάω δίνω την άδεια (να)
2. επίσημη έγκριση, δίπλωμα άδεια οδήγησης
3. περίοδος διακοπών είμαι σε άδεια παίρνω λίγες μέρες άδεια
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close