Printer Friendly
Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary
1.774.874.419 επισκέπτες που εξυπηρετούνται.
forum mailing list For webmasters
?
New: Language forums
English
Dictionary
Español
Spanish
Dictionary
Deutsch
German
Dictionary
Français
French
Dictionary
Italiano
Italian
Dictionary
العربية
Arabic
Dictionary
中文简体
Chinese Simplified
Dictionary
Polski
Polish
Dictionary
Português
Portuguese
Dictionary
Nederlands
Dutch
Dictionary
Norsk
Norwegian
Dictionary
Ελληνική
Greek
Dictionary
Русский
Russian
Dictionary
Türkçe
Turkish
Dictionary
?

άδεια εισόδου

0,02 sec.
άδεια εισόδου اعتراف, جواز مرور
άδεια εισόδου průkaz, vstup
άδεια εισόδου adgang, pas
άδεια εισόδου Ausweis, Einlass
άδεια εισόδου admission, pass
άδεια εισόδου entrada, pase
άδεια εισόδου kulkulupa, pääsymaksu
άδεια εισόδου admission, laissez-passer
άδεια εισόδου pripuštanje, propusnica
άδεια εισόδου ingresso, permesso
άδεια εισόδου 入場, 許可証
άδεια εισόδου 입장, 허가
άδεια εισόδου pas, toegang
άδεια εισόδου adgang, adgangskort
άδεια εισόδου przepustka, wstęp
άδεια εισόδου admissão, passe
άδεια εισόδου допущение, пропуск
άδεια εισόδου passerkort, tillträde
άδεια εισόδου ใบอนุญาต, การอนุญาตให้เข้า
άδεια εισόδου kabul, paso
άδεια εισόδου giấy phép, sự cho vào
άδεια εισόδου 入场, 通行证


Προσθήκη στο iGoogle
Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας

?Σελίδα με εργαλεία
Φιλικό προς τον εκτυπωτή
Παράθεμα - Σύνδεσμος
Μήνυμα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου
Ανάδραση
 Πλοηγός λέξεων:
?

Αποποίηση ευθυνών | Πολιτική Απορρήτου | Ανάδραση | Copyright © 2009 Farlex, Inc.
Ολόκληρο το περιεχόμενο της ιστοσελίδας αυτής, συμπεριλαμβανομένου του λεξικού, του θησαυρού, της λογοτεχνίας, της γεωγραφίας και άλλων στοιχείων αναφοράς, υπάρχει μόνο για πληροφοριακούς λόγους μόνο. Οι πληροφορίες αυτές δεν θα πρέπει να θεωρούνται πλήρεις, ενημερωμένες, και δεν έχουν ως στόχο να χρησιμοποιηθούν στη θέση επίσκεψης, σύσκεψης, ή συμβουλής από κάποιον δικηγόρο, ιατρό ή οποιονδήποτε άλλο επαγγελματία. Όροι χρήσης.