| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 1.774.567.511 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
|
άδειος |
0,04 sec. |
|
άδειος empty, vacant vide gol خال prázdný tom leer vacío tyhjä prazan vuoto 空の 빈 leeg tom pusty vazio пустой tom ว่างเปล่า boş trống rỗng 空的 επίθ α / θ / ουδ άδειος, άδεια, άδειο ['aðjos, 'aðja, 'aðjo] 1 χωρίς περιεχόμενο superficiel/-ielle 2 χωρίς κανέναν vacant/-anteinoccupé/-ée άδειες τουαλέτες des toilettes inoccupées (επιστρέφω) με άδεια χέρια άπρακτος (rentrer) bredouille Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ | Συνεργαστείτε με εμάς |
|---|