Printer Friendly
Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary
1.774.567.511 επισκέπτες που εξυπηρετούνται.
forum mailing list For webmasters
?
New: Language forums
English
Dictionary
Español
Spanish
Dictionary
Deutsch
German
Dictionary
Français
French
Dictionary
Italiano
Italian
Dictionary
العربية
Arabic
Dictionary
中文简体
Chinese Simplified
Dictionary
Polski
Polish
Dictionary
Português
Portuguese
Dictionary
Nederlands
Dutch
Dictionary
Norsk
Norwegian
Dictionary
Ελληνική
Greek
Dictionary
Русский
Russian
Dictionary
Türkçe
Turkish
Dictionary
?

άδειος

0,04 sec.
άδειος empty, vacant vide gol خال prázdný tom leer vacío tyhjä prazan vuoto 空の leeg tom pusty vazio пустой tom ว่างเปล่า boş trống rỗng 空的
επίθ α / θ / ουδ άδειος, άδεια, άδειο ['aðjos, 'aðja, 'aðjo]
1 χωρίς περιεχόμενο superficiel/-ielle
το σπίτι είναι άδειο la maison est vide
2 χωρίς κανέναν vacant/-anteinoccupé/-ée
H θέση του διευθυντή είναι άδεια. Le poste de directeur est (devenu) vacant.
άδειες τουαλέτες des toilettes inoccupées
(επιστρέφω) με άδεια χέρια
άπρακτος (rentrer) bredouille
με άδεια χέρια
χωρίς τίποτα les mains vides


Προσθήκη στο iGoogle
Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας

?Σελίδα με εργαλεία
Φιλικό προς τον εκτυπωτή
Παράθεμα - Σύνδεσμος
Μήνυμα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου
Ανάδραση
 Πλοηγός λέξεων:
?

Αποποίηση ευθυνών | Πολιτική Απορρήτου | Ανάδραση | Copyright © 2009 Farlex, Inc.
Ολόκληρο το περιεχόμενο της ιστοσελίδας αυτής, συμπεριλαμβανομένου του λεξικού, του θησαυρού, της λογοτεχνίας, της γεωγραφίας και άλλων στοιχείων αναφοράς, υπάρχει μόνο για πληροφοριακούς λόγους μόνο. Οι πληροφορίες αυτές δεν θα πρέπει να θεωρούνται πλήρεις, ενημερωμένες, και δεν έχουν ως στόχο να χρησιμοποιηθούν στη θέση επίσκεψης, σύσκεψης, ή συμβουλής από κάποιον δικηγόρο, ιατρό ή οποιονδήποτε άλλο επαγγελματία. Όροι χρήσης.