άδικα

Μεταφράσεις

άδικα

injustement ('aðika)
επίρρημα
1. χωρίς αίσθηση δικαιοσύνης φέρομαι άδικα
2. χωρίς λόγο Άδικα ανησυχείς.
3. μάταια Άδικα τόσες προσπάθειες.
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close