άδικος

(προωθήθηκε από άδικη)
Μεταφράσεις

άδικος

('aðikos) αρσενικό

άδικη

('aðiki) θηλυκό

άδικο

unjust, unfairinjuste, iniqueجَائِرnespravedlivýuretfærdigunfairinjustoepäoikeudenmukainennepoštenoingiusto不公平な불공평한oneerlijkurettferdigniesprawiedliwyinjustoнесправедливыйorättvisไม่ยุติธรรมhaksızkhông công bằng不公平的 ('aðiko) ουδέτερο
επίθετο
1. που δεν είναι δίκαιος άδικη απόφαση
2. χαμένος κόπος Δε χρειάζεται να συζητάμε άλλο. Είναι άδικος κόπος.
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close