| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 1.772.966.502 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
|
άδικος |
0,02 sec. |
|
άδικος unjust, unfair inique, injuste جائر nespravedlivý uretfærdig unfair injusto epäoikeudenmukainen nepravičan ingiusto 不公平な 불공평한 oneerlijk urettferdig niesprawiedliwy injusto несправедливый orättvis ไม่ยุติธรรม haksız không công bằng 不公平的 επίθ α / θ / ουδ άδικος, άδικη, άδικο ['aðikos, 'aðiki, 'aðiko] άδικος κόπος χαμένος κόπος peine perdue Δε χρειάζεται να συζητάμε άλλο. Είναι άδικος κόπος. Νe discutons plus. C'est peine perdue. ουσ ουδ άδικο επίρρ άδικα ['aðika] 1 χωρίς αίσθηση δικαιοσύνης injustement φέρομαι άδικα se comporter injustement Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ | Συνεργαστείτε με εμάς |
|---|