| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 3.868.489.080 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
άδολος |
0,01 sec. |
|
|
άδολος guileless
επίθ α / θ / ουδ άδολος, άδολη, άδολο ['aðolos, 'aðoli, 'aðolo] χωρίς ίχνος συμφέροντος ή πονηριάς innocent/-entepur, pure άδολoς πατριωτισμός un patriotisme désintéressé Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ |
|---|