| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 1.774.268.732 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
|
άδολος |
0,02 sec. |
|
άδολος guileless επίθ α / θ / ουδ άδολος, άδολη, άδολο ['aðolos, 'aðoli, 'aðolo] χωρίς ίχνος συμφέροντος ή πονηριάς innocent/-entepur, pure άδολoς πατριωτισμός un patriotisme désintéressé Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ | Συνεργαστείτε με εμάς |
|---|