Printer Friendly
Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary
1.775.452.691 επισκέπτες που εξυπηρετούνται.
forum mailing list For webmasters
?
New: Language forums
English
Dictionary
Español
Spanish
Dictionary
Deutsch
German
Dictionary
Français
French
Dictionary
Italiano
Italian
Dictionary
العربية
Arabic
Dictionary
中文简体
Chinese Simplified
Dictionary
Polski
Polish
Dictionary
Português
Portuguese
Dictionary
Nederlands
Dutch
Dictionary
Norsk
Norwegian
Dictionary
Ελληνική
Greek
Dictionary
Русский
Russian
Dictionary
Türkçe
Turkish
Dictionary
?

άζωτο

0,02 sec.
άζωτο stikstof
άζωτο نيتروجين
άζωτο азот
άζωτο nitrogen
άζωτο dusík
άζωτο kvælstof, nitrogen
άζωτο Stickstoff
άζωτο nitrogen
άζωτο nitrogeno
άζωτο nitrógeno
άζωτο lämmastik
άζωτο نیتروژن
άζωτο typpi
άζωτο azot, azote
άζωτο नाइट्रोजन
άζωτο dušik
άζωτο nitrogén
άζωτο nitrogeno
άζωτο nitrogen
άζωτο nitur
άζωτο azoto
άζωτο 窒素
άζωτο 질소
άζωτο nitrogenium
άζωτο azotas
άζωτο Slāpeklis
άζωτο നൈട്രജന്
άζωτο stikstof
άζωτο nitrogen
άζωτο azot
άζωτο azot
άζωτο азот
άζωτο dusík
άζωτο dušik
άζωτο азот
άζωτο kväve
άζωτο azot, nitrojen
άζωτο aзот
άζωτο nitơ, Nitơ
άζωτο
άζωτο ไนโตรเจน


Προσθήκη στο iGoogle
Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας

?Σελίδα με εργαλεία
Φιλικό προς τον εκτυπωτή
Παράθεμα - Σύνδεσμος
Μήνυμα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου
Ανάδραση
 Πλοηγός λέξεων:
?

Αποποίηση ευθυνών | Πολιτική Απορρήτου | Ανάδραση | Copyright © 2009 Farlex, Inc.
Ολόκληρο το περιεχόμενο της ιστοσελίδας αυτής, συμπεριλαμβανομένου του λεξικού, του θησαυρού, της λογοτεχνίας, της γεωγραφίας και άλλων στοιχείων αναφοράς, υπάρχει μόνο για πληροφοριακούς λόγους μόνο. Οι πληροφορίες αυτές δεν θα πρέπει να θεωρούνται πλήρεις, ενημερωμένες, και δεν έχουν ως στόχο να χρησιμοποιηθούν στη θέση επίσκεψης, σύσκεψης, ή συμβουλής από κάποιον δικηγόρο, ιατρό ή οποιονδήποτε άλλο επαγγελματία. Όροι χρήσης.