Printer Friendly
Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary
1.773.162.008 επισκέπτες που εξυπηρετούνται.
forum mailing list For webmasters
?
New: Language forums
English
Dictionary
Español
Spanish
Dictionary
Deutsch
German
Dictionary
Français
French
Dictionary
Italiano
Italian
Dictionary
العربية
Arabic
Dictionary
中文简体
Chinese Simplified
Dictionary
Polski
Polish
Dictionary
Português
Portuguese
Dictionary
Nederlands
Dutch
Dictionary
Norsk
Norwegian
Dictionary
Ελληνική
Greek
Dictionary
Русский
Russian
Dictionary
Türkçe
Turkish
Dictionary
?

άθλιος

0,10 sec.
άθλιος abject, miserable, mean, lousy, squalid misérable, pauvre, infect עלוב خسيس mizerný elendig miserabel pésimo kurja ušljiv schifoso 卑劣な 비열한 waardeloos dårlig wstrętny ruim непристойный urusel น่ารังเกียจ berbat tồi tệ 污秽的
επίθ α / θ / ουδ άθλιος, άθλια, άθλιο ['aθlios, 'aθlia, 'aθlio]
1 πάρα πολύ άσχημος très moche
άθλιες συνθήκες ζωής des conditions misérables de vie
2 πάρα πολύ κακός infâmeignoble
Eίναι ένας άθλιος τύπος. C'est un type infâme.


Προσθήκη στο iGoogle
Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας

?Σελίδα με εργαλεία
Φιλικό προς τον εκτυπωτή
Παράθεμα - Σύνδεσμος
Μήνυμα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου
Ανάδραση
 Πλοηγός λέξεων:
?

Αποποίηση ευθυνών | Πολιτική Απορρήτου | Ανάδραση | Copyright © 2009 Farlex, Inc.
Ολόκληρο το περιεχόμενο της ιστοσελίδας αυτής, συμπεριλαμβανομένου του λεξικού, του θησαυρού, της λογοτεχνίας, της γεωγραφίας και άλλων στοιχείων αναφοράς, υπάρχει μόνο για πληροφοριακούς λόγους μόνο. Οι πληροφορίες αυτές δεν θα πρέπει να θεωρούνται πλήρ Όροι χρήσης.