άθλιος

Μεταφράσεις

άθλιος

('aθlios) αρσενικό

άθλια

('aθlia) θηλυκό

άθλιο

miserable, abject, lousy, mean, squalidmisérable, pauvre, infectעלובسَيِءٌmizernýelendigmiserabelpésimokurjaodvratanschifoso卑劣な비열한waardeloosdårligwstrętnyde má qualidade, ruimотвратительныйuruselน่ารังเกียจberbattồi tệ糟糕的 ('aθlio) ουδέτερο
επίθετο
1. πάρα πολύ άσχημος άθλιες συνθήκες ζωής
2. πάρα πολύ κακός Eίναι ένας άθλιος τύπος.
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close