άθλος

Μεταφράσεις

άθλος

feat, exploit, labour, taskouvrage, exploit, travailподвиг ('aθlos)
ουσιαστικό αρσενικό
σπουδαίο κατόρθωμα Η νίκη της ομάδας μας ήταν άθλος.
οι δοκιμασίες από τις οποίες πέρασε ο Ηρακλής
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close