άθραυστος

(προωθήθηκε από άθραυστο)
Μεταφράσεις

άθραυστος

('aθrafstos) αρσενικό

άθραυστη

('aθrafsti) θηλυκό

άθραυστο

unzerbrechlichshatterproof, unbreakableinquebrable, irrompibleincassableinfragibile, infrangibileonbreekbaarinquebravel, inquebrávelغَيْرُ قَابِلٍ لِلكَسْرnerozbitnýbrudsikkersärkymätönneslomljiv壊すことのできない깨지지 않는uknuselignietłukącyнебьющийсяokrossbarซึ่งไม่สามารถทำให้แตกได้kırılmazkhông thể bẻ gẫy牢不可破的нечуплив ('aθrafsto) ουδέτερο
επίθετο
που δε σπάει άθραυστα υλικά
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close