| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 1.775.077.424 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
|
άθραυστος |
0,12 sec. |
|
άθραυστος unzerbrechlich shatterproof, unbreakable inquebrable, irrompible incassable infragibile, infrangibile onbreekbaar inquebravel, inquebrável غير قابل للكسر nerozbitný brudsikker särkymätön neslomljiv 壊すことのできない 깨지지 않는 uknuselig nietłukący небьющийся okrossbar ซึ่งไม่สามารถทำให้แตกได้ kırılmaz không thể bẻ gẫy 牢不可破的 επίθ α / θ / ουδ άθραυστος, άθραυστη, άθραυστο ['aθrafstos, 'aθrafsti, 'aθrafsto] που δε σπάει incassable άθραυστα υλικά des matériaux incassables Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ | Συνεργαστείτε με εμάς |
|---|