άθρησκος

Μεταφράσεις

άθρησκος

('aθriskos) αρσενικό

άθρησκη

('aθrisci) θηλυκό

άθρησκο

irreligiousincroyant, non-croyant ('aθrisko) ουδέτερο
επίθετο
που δεν ανήκει σε καμμία θρησκεία
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close