άκακος

(προωθήθηκε από άκακο)
Μεταφράσεις

άκακος

('akakos) αρσενικό

άκακη

('akaci) θηλυκό

άκακο

inoffensif, sûrharmless ('akako) ουδέτερο
επίθετο
1. που δε βλάπτει ποτέ κανένα άκακο ζώο
2. που γίνεται με καλή πρόθεση άκακο αστείο
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close