άκαμπτος

(προωθήθηκε από άκαμπτη)
Μεταφράσεις

άκαμπτος

('akamptos) αρσενικό

άκαμπτη

('akampti) θηλυκό

άκαμπτο

inflexible, adamant, obdurate, rigid, stiffغَيْرُ مَرِنٌnepružnýubøjeliginflexibelinflexible, rígidajoustamatoninflexiblenefleksibilaninflessibile頑固な구부러지지 않는onbuigzaamufleksibelnieelastycznyinflexível, rígidaжесткийorubbligไม่ยืดหยุ่นesnek olmayankhông mềm dẻo不灵活的твърдаנוקשה ('akampto) ουδέτερο
επίθετο
που δεν είναι καθόλου ευλύγιστος
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close