άκαρδος

(προωθήθηκε από άκαρδη)
Μεταφράσεις

άκαρδος

('akarðos) αρσενικό

άκαρδη

('akarði) θηλυκό

άκαρδο

heartless ('akarðo) ουδέτερο
επίθετο
πολύ σκληρός με τους άλλους Είναι άκαρδος.
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close