άκαρπος

(προωθήθηκε από άκαρπη)
Μεταφράσεις

άκαρπος

('akarpos) αρσενικό

άκαρπη

('akarpi) θηλυκό

άκαρπο

infructueux, abortif, vainabortive, barren, fruitless ('akarpo) ουδέτερο
επίθετο
1. άγονος άκαρπο δέντρο
2. μεταφορικά που δε δίνει αποτέλεσμα άκαρπες προσπάθειες
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close