| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 1.775.480.235 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
|
άκαρπος |
0,01 sec. |
|
άκαρπος infructueux, abortif, vain abortive, barren, fruitless επίθ α / θ / ουδ άκαρπος, άκαρπη, άκαρπο ['akarpos, 'akarpi, 'akarpo] 2 που δε δίνει αποτέλεσμα infructueux/-ueuse άκαρπες προσπάθειες des efforts infructueux Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ | Συνεργαστείτε με εμάς |
|---|